βιβλιοθηκάριος


βιβλιοθηκάριος
[вивлиотнкариос] ουσ.библиотекарь.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βιβλιοθηκάριος" в других словарях:

  • βιβλιοθηκάριος — ο, η υπάλληλος βιβλιοθήκης ο οποίος έχει την ευθύνη της ταξινόμησης, της συντήρησης και της φύλαξης των βιβλίων, ο βιβλιοφύλακας: Εργάζεται ως βιβλιοθηκάριος στη δημοτική βιβλιοθήκη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βιβλιοθηκάριος — ο, η επόπτης ή ταξινόμος βιβλιοθήκης …   Dictionary of Greek

  • Δαράκη, Ζέφη — (Αθήνα 1939 –). Βιβλιοθηκάριος και λογοτέχνης. Σταδιοδρόμησε ως βιβλιοθηκάριος της βιβλιοθήκης του δήμου Αθηναίων, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία. Πολύ νωρίς, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά της σε… …   Dictionary of Greek

  • κατάλογος — Πίνακας, καταγραφή, απαρίθμηση μιας κατηγορίας αντικειμένων, σύμφωνα με καθορισμένη σειρά, συνήθως αλφαβητική. Ο όρος κ. στην κλασική αρχαιότητα σήμαινε ακριβώς μια κατάσταση αντικειμένων ή προσώπων που είχε συνταχθεί με βάση μια συγκεκριμένη… …   Dictionary of Greek

  • συγγραμματοφύλαξ — ακος, ὁ, Α βιβλιοθηκάριος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σύγγραμμα, άμματος + φύλαξ πρβλ. χρηματο φύλαξ)] …   Dictionary of Greek

  • συντεχνία — Εμπορική και βιοτεχνική ένωση του Μεσαίωνα, στην οποία ανήκαν όλοι όσοι ασκούσαν την ίδια οικονομική δραστηριότητα, με σκοπό την προάσπιση κοινών συμφερόντων. Οι σ. υπήρξαν ιδιαίτερα πολυάριθμες και ανθηρές μεταξύ 12ου και 14ου αι. Οι ρίζες των σ …   Dictionary of Greek

  • Αλλάτιος, Λέων — (Χίος 1587 – Ρώμη 1669).Θεολόγος και φιλόλογος, από τους πιο σπουδαίους Έλληνες λόγιους της τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε στη Χίο από ορθόδοξους γονείς, αλλά υπό την επιρροή του καθολικού θείου του, που ήταν και ο πρώτος του δάσκαλος, άρχισε να… …   Dictionary of Greek

  • Βατικανού, Πόλη του- — (Citta del Vaticano) Ιδιότυπο ανεξάρτητο κράτος, μέσα στην πόλη της Ρώμης (Ιταλία). Πολιτικά στοιχεία Περικλεισμένη μέσα στα Λεόντεια Τείχη της Ρώμης, η Π. του Β. κατέχει μόνο ένα τμήμα του αρχαίου Ager Vaticanus που απλωνόταν ανάμεσα στις… …   Dictionary of Greek

  • Βερνάτσας, Ραφαήλ — (; – 1780). Λόγιος και κληρικός από τη Χίο (γνωστός και με το επώνυμο Βερνάσας). Καθολικός στο θρήσκευμα, σπούδασε λογική, φυσική και αρχαία ελληνικά, στο Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης στο οποίο και δίδαξε μετά την αποφοίτησή του.… …   Dictionary of Greek

  • Βίνκελμαν, Γιόχαν Γιοακίμ — (Johann Joachim Winckelmann, Στένταλ, Πρωσία 1717 – Τεργέστη 1768).Γερμανός αρχαιολόγος και αισθητικός, ο ιδρυτής της αρχαιολογίας ως επιστήμης και ο μεγαλύτερος θεωρητικός του νεοκλασικισμού. Με το κριτήριο και τις γνώσεις του, κατόρθωσε, χωρίς… …   Dictionary of Greek